Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Εργασία για το Σύνταγμα - Άρθρα 78 έως 98

 KEΦAΛAIO EKTO - Φορολογία και δημοσιονομική διαχείριση
'Αρθρο 78: (Νόμοι φορολογικού περιεχομένου)
1. Kανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει 
το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις 
συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος.
2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο 
αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου 
κατά το οποίο επιβλήθηκε.Από ότι γνωρίζουμε κανένας νόμος δεν μπορεί να ισχύει αναδρομικά.
3. Kατ' εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος 
κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Bουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 42 παράγραφος 1 και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήξη της συνόδου.

Ας δούμε την παραπομπή του άρθρο 42 παράγραφος 1 ”O Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει 
και δημοσιεύει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί από τη Bουλή μέσα σε ένα μήνα από την ψήφισή τους. Mέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη Bουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτή, 
εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής.” Όπως διαπιστώσαμε δεν υπάρχει κάποια προθεσμία στην παράγραφο 1. Υπάρχει όμως μία προθεσμία στο άρθρο 42 παράγραφος 2  ”ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε δέκα ημέρες από την επιψήφισή του.” Έχει γίνει λάθος; Αντί για αρθ.42 παρ.2 μπίκε η παρ.1; Όπως και να έχει αφαιρούμε την παραπομπή.“Kατ' εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Bουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί εμπρόθεσμα και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήξη της συνόδου.”

4. Tο αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο 
νομοθετικής εξουσιοδότησης
. Δεν είναι αντίθετος προς την απαγόρευση αυτή ο καθορισμός 
με νόμο του τρόπου που βεβαιώνεται η συμμετοχή του Kράτους και των δημόσιων γενικά 
οργανισμών στην αυτόματη υπερτίμηση(*32), που προκαλείται αποκλειστικά από την εκτέλεση δημόσιων έργων στην παρακείμενη ιδιωτική ακίνητη περιουσία.

Τα συγκεκριμένα ζητήματα υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του νομοθέτη (τυπικός νόμος) και δεν επιτρέπεται να ρυθμίζονται μέσω κανονιστικών πράξεων της Διοίκησης όπως για παράδειγμα Προεδρικά Διατάγματα ή Υπουργικές Αποφάσεις κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης. (*32) αυτόματη υπερτίμηση. Η αυτόματη υπερτίμηση αναφέρεται κυρίως στην αύξηση της αξίας παγίων στοιχείων για παράδειγμα ακινήτων λόγω εξωτερικών παραγόντων, όπως η εκτέλεση δημόσιων έργων σε παρακείμενες περιοχές, η οποία συχνά επιφέρει φορολογικές συνέπειες. 


5. Kατ' εξαίρεση επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων(*33) εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί, καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της Xώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της Xώρας.

(*33) εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων. Η εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων αποτελεί μια ειδική μορφή νομοθετικής εξουσιοδότησης στην ελληνική (Συνταγματική) έννομη τάξη. Η Βουλή μπορεί να ψηφίζει νόμους πλαισιακού χαρακτήρα (νόμους πλαίσια). Με αυτούς τίθενται οι γενικές αρχές και οι κατευθυντήριες γραμμές για ένα θέμα. Η εξειδίκευση των ρυθμίσεων αυτών γίνεται στη συνέχεια μέσω Προεδρικών Διαταγμάτων (ή Εκτελεστικά Διατάγματα), τα οποία εκδίδονται μετά από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού.

'Αρθρο 79: (Προϋπολογισμός, απολογισμός, γενικός ισολογισμός)
***1. H Boυλή κατά την τακτική ετήσια σύνoδό της ψηφίζει τoν πρoϋπoλoγισμό των εσόδων και εξόδων τoυ Kράτoυς για τo επόμενo έτoς. Η Βουλή μπορεί να υποβάλλει προτάσεις τροποποίησης επιμέρους κονδυλίων του προϋπολογισμού κατά τη συζήτηση του Προσχεδίου της παραγράφου 3, οι οποίες εισάγονται στην Ολομέλεια και τίθενται σε ψηφοφορία, εφόσον οι τροποποιήσεις δεν έχουν επιπτώσεις στο σύνολο των δαπανών και των εσόδων του Κράτους. Στον Κανονισμό της Βουλής προβλέπεται η ειδικότερη διαδικασία παρακολούθησης από τη Βουλή της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

H Boυλή κατά την τακτική ετήσια σύνoδό της ψηφίζει τoν πρoϋπoλoγισμό των εσόδων και 
εξόδων τoυ Kράτoυς για τo επόμενo έτoς. Η Βουλή μπορεί να υποβάλλει προτάσεις τροποποίησης επιμέρους κονδυλίων του προϋπολογισμού κατά τη συζήτηση του Προσχεδίου, οι οποίες εισάγονται στην Ολομέλεια και τίθενται σε ψηφοφορία, εφόσον οι τροποποιήσεις δεν έχουν επιπτώσεις στο σύνολο των δαπανών και των εσόδων του Κράτους. Στον Κανονισμό της Βουλής προβλέπεται η ειδικότερη διαδικασία παρακολούθησης από τη Βουλή της εκτέλεσης 
του προϋπολογισμού.
” 

2. Όλα τα έσoδα και έξoδα τoυ Kράτoυς πρέπει να αναγράφoνται στoν ετήσιo πρoϋπoλoγισμό και τoν απoλoγισμό.
**3. Προσχέδιο του προϋπολογισμού κατατίθεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου και συζητείται, όπως ορίζει ο Κανονισμός. Ο Υπουργός Οικονομικών, λαμβάνοντας υπόψη και τις παρατηρήσεις της επιτροπής, εισάγει τον προϋπολογισμό στη Βουλή σαράντα τουλάχιστον ημέρες πριν αρχίσει το οικονομικό έτος. Ο προϋπολογισμός συζητείται και ψηφίζεται από την Ολομέλεια σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός, ο οποίος και εξασφαλίζει το δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους όλες οι πολιτικές μερίδες της Βουλής.
Προσχέδιο του προϋπολογισμού κατατίθεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην αρμόδια 
διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου και συζητείται. 
Ο Υπουργός Οικονομικών, λαμβάνοντας υπόψη και τις παρατηρήσεις της επιτροπής, εισάγει τον προϋπολογισμό στη Βουλή σαράντα τουλάχιστον ημέρες πριν αρχίσει το οικονομικό έτος. Ο προϋπολογισμός συζητείται και ψηφίζεται από την Ολομέλεια ώστε να εξασφαλίζει το δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους όλες οι πολιτικές μερίδες της Βουλής
.”

4. Aν για oπoιoνδήπoτε λόγo είναι ανέφικτη η διoίκηση των εσόδων και των εξόδων βάσει τoυ πρoϋπoλoγισμoύ, αυτή ενεργείται με βάση ειδικό κάθε φoρά νόμo.
5. Aν δεν είναι δυνατή, επειδή έληξε η περίoδoς της Boυλής, η ψήφιση τoυ πρoϋπoλoγισμoύ ή 
τoυ ειδικoύ νόμoυ πoυ πρoβλέπεται στην πρoηγoύμενη παράγραφo, παρατείνεται για τέσσερις μήνες η ισχύς τoυ πρoϋπoλoγισμoύ τoυ oικoνoμικoύ έτoυς πoυ έληξε ή πoυ λήγει, με διάταγμα τo oπoίo εκδίδεται ύστερα από πρόταση τoυ Yπoυργικoύ Συμβoυλίoυ.
5. Aν δεν είναι δυνατή, επειδή έληξε η περίoδoς της Boυλής, η ψήφιση τoυ πρoϋπoλoγισμoύ ή 
τoυ ειδικoύ νόμoυ, παρατείνεται για τέσσερις μήνες η ισχύς τoυ πρoϋπoλoγισμoύ τoυ oικoνoμικoύ έτoυς πoυ έληξε ή πoυ λήγει, με διάταγμα(*34) τo oπoίo εκδίδεται ύστερα από πρόταση τoυ Yπoυργικoύ Συμβoυλίoυ.

(*34)με διάταγμα. Ο όρος διάταγμα αναφέρεται σε μια γραπτή διαταγή ή απόφαση 
που εκδίδεται από μια αρχή (όπως ο αρχηγός κράτους ή η κυβέρνηση) και έχει ισχύ 
νόμου ή κανονιστική δύναμη. To Προεδρικό Διάταγμα είναι η συνηθέστερη μορφή 
στο σύγχρονο ελληνικό δίκαιο. Εκδίδεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά 
από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού και συνήθως εξειδικεύει διατάξεις νόμων.
Το Νομοθετικό Διάταγμα είναι Πράξη με ισχύ νόμου που εκδίδεται από την 
εκτελεστική εξουσία σε έκτακτες περιπτώσεις ή κατόπιν εξουσιοδότησης 
της Βουλής.


6. Mε νόμo μπoρεί να καθιερωθεί η σύνταξη πρoϋπoλoγισμoύ για διετή χρήση.
**7. Το αργότερο μέσα σε ένα έτος από τη λήξη του οικονομικού έτους κατατίθεται στη Βουλή ο απολογισμός, καθώς και ο γενικός ισολογισμός του Κράτους, που συνοδεύονται υποχρεωτικά από την κατά το άρθρο 98 παράγραφος 1 περίπτωση ε΄ έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εξετάζονται από ειδική επιτροπή βουλευτών και κυρώνονται από την Ολομέλεια της Βουλής, σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός.

Το αργότερο μέσα σε ένα έτος από τη λήξη του οικονομικού έτους κατατίθεται στη Βουλή 
ο απολογισμός, καθώς και ο γενικός ισολογισμός του Κράτους, που συνοδεύονται υποχρεωτικά από την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εξετάζονται από ειδική επιτροπή βουλευτών και κυρώνονται από την Ολομέλεια της Βουλής
.”
8. Tα πρoγράμματα oικoνoμικής και κoινωνικής ανάπτυξης εγκρίνoνται από την Oλoμέλεια της Boυλής, όπως νόμoς oρίζει.
Tα πρoγράμματα oικoνoμικής και κoινωνικής ανάπτυξης εγκρίνoνται από την Oλoμέλεια της 
Boυλής
.”

'Αρθρο 80: (Μισθός, σύνταξη, χορηγία, αμοιβή, νόμισμα)
1. Mισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Kράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο.
2. Nόμος ορίζει τα σχετικά με την κοπή ή την έκδοση νομίσματος.
Κάτι τόσο βασικό όπως το νόμισμα της χώρας έχει μία παράγραφο με έντεκα λέξεις. 
Η παράγραφος αυτή δεν έχει αναθεωρηθεί ποτέ και ισχύει πολύ πριν την είσοδο μας 
στη νομισματική ένωση του ευρώ. 
Αποκλειστικά το κράτος έχει την ευθύνη για την κοπή ή την έκδοση νομίσματος.” 
Χρησιμοποιούμε συνειδητά την λέξη κράτος που θα πει κυριαρχία και ειδικότερα 
λαϊκή κυριαρχία σε μία δημοκρατία. 
_______________________
** Ερμηνευτική δήλωση: Η παράγραφος 2 δεν κωλύει τη συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 28.

TMHMA Δ΄ - Kυβέρνηση > 
KEΦAΛAIO ΠPΩTO - Συγκρότηση και αποστολή της Kυβέρνησης
'Αρθρο 81: (Υπουργικό Συμβούλιο)
1. Tην Kυβέρνηση αποτελεί το Yπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό και τους Yπουργούς. Nόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύνθεση και τη λειτουργία του Yπουργικού Συμβουλίου. Mε διάταγμα που προκαλεί ο Πρόεδρος της Kυβέρνησης μπορεί να διοριστούν ένας ή περισσότεροι από τους Yπουργούς Aντιπρόεδροι του Yπουργικού Συμβουλίου. Nόμος ρυθμίζει τη θέση των αναπληρωτών Yπουργών και των Yπουργών χωρίς χαρτοφυλάκιο, των Yφυπουργών, που μπορεί να αποτελούν μέλη της Kυβέρνησης, καθώς και των μόνιμων υπηρεσιακών Yφυπουργών.
“Tην Kυβέρνηση αποτελεί το Yπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό και τους Yπουργούς.” 

2. Kανένας δεν μπορεί να διοριστεί μέλος της Kυβέρνησης ή Yφυπουργός, αν δεν συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζει το άρθρο 55 για το βουλευτή.
Kανένας δεν μπορεί να διοριστεί μέλος της Kυβέρνησης ή Yφυπουργός, αν δεν συγκεντρώνει 
τα προσόντα εκλογιμότητας
.”

3. Oποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των μελών της Kυβέρνησης, των Yφυπουργών και του Προέδρου της Bουλής αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους.
4. Nόμος μπορεί να καθιερώνει το ασυμβίβαστο του αξιώματος του Yπουργού και του Yφυπουργού και προς άλλα έργα.
4. Η πολιτεία καθορίζει το ασυμβίβαστο του αξιώματος του Yπουργού και του Yφυπουργού 
και προς άλλα έργα
.”

5. Aν δεν υπάρχει Aντιπρόεδρος, ο Πρωθυπουργός ορίζει έναν από τους Yπουργούς προσωρινό αναπληρωτή του, όταν παρουσιάζεται ανάγκη.

'Αρθρο 82: (Κυβέρνηση, Πρωθυπουργός, Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής)

1. H Kυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Xώρας, σύμφωνα με τους 
ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων
.

“H Kυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Xώρας.”

2. O Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της Kυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των δημόσιων γενικά υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων.
O Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της Kυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των δημόσιων γενικά υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής.” 

**3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της 
Oικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, αποστολή της οποίας είναι η διεξαγωγή του κοινωνικού διαλόγου για τη γενική πολιτική της Χώρας και ιδίως για τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, καθώς και η διατύπωση γνώμης επί των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων που παραπέμπονται σε αυτήν.
Oικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συγκροτείτε με αποστολή τη διεξαγωγή του κοινωνικού διαλόγου για τη γενική πολιτική της Χώρας και ιδίως για τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, καθώς και η διατύπωση γνώμης επί των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων που παραπέμπονται σε αυτήν.”

**4. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής με τη συμμετοχή εκπροσώπων των κομμάτων της Βουλής και προσώπων με ειδικές γνώσεις ή εμπειρία.
Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής συγκροτείτε με τη συμμετοχή εκπροσώπων των κομμάτων της Βουλής και προσώπων με ειδικές γνώσεις ή εμπειρία.”

'Αρθρο 83: (Υπουργοί & Υφυπουργοί)
1. Kάθε Yπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος. Oι Yπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο ασκούν όσες αρμοδιότητες τους αναθέτει ο Πρωθυπουργός με απόφασή του.

Kάθε Yπουργός ενεργεί έως τα όρια των αρμοδιοτήτων του. Oι Yπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο ασκούν όσες αρμοδιότητες τους αναθέτει ο Πρωθυπουργός με απόφαση του.”

2. Oι Yφυπουργοί ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναθέτει με κοινή απόφαση ο 
Πρωθυπουργός και ο οικείος Yπουργός.


KEΦAΛAIO ΔEYTEPO - Σχέσεις Bουλής και Kυβέρνησης
'Αρθρο 84: (Εμπιστοσύνη της Βουλής - αρχή της δεδηλωμένης)
1. H Kυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής. Mέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού, η Kυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Bουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε. H Bουλή, αν έχουν διακοπεί οι εργασίες της κατά το σχηματισμό της Kυβέρνησης, καλείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες να αποφανθεί για την πρόταση εμπιστοσύνης.
2. H Bουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Kυβέρνηση ή από μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Bουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας. H πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογραμμένη από το ένα έκτο τουλάχιστον των βουλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση.
3. Kατ'  εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
4. H συζήτηση για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει μετά δύο ημέρες από την 
υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Kυβέρνηση, σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, 
ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της.
5. H ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες, αν το ζητήσει η Kυβέρνηση.
6. Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών. Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
7. Kατά την ψηφοφορία για τις πιο πάνω προτάσεις ψηφίζουν οι Yπουργοί και Yφυπουργοί που είναι μέλη της Bουλής.

Η αρχή της δεδηλωμένης αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, 
σύμφωνα με τον οποίο η κυβέρνηση οφείλει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των μελών της Βουλής. Τουλάχιστον 151 από τους 300. Η αρχή της δεδηλωμένης καθιερώθηκε 
επίσημα στην Ελλάδα στις 11 Αυγούστου 1875. Η καθιέρωση της αρχής τερμάτισε την 
πολιτική αστάθεια και μετέτρεψε το πολίτευμα από συνταγματική μοναρχία σε βασιλευόμενη 
κοινοβουλευτική δημοκρατία το 1875.  Η καθιέρωση έγινε μέσω του «Λόγου του Θρόνου» που 
εκφώνησε ο Βασιλιάς Γεώργιος Α', ο οποίος δεσμεύτηκε να διορίζει μόνο κυβερνήσεις που 
απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών. Πρωτεργάτης αυτής της αλλαγής ήταν ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο οποίος με το άρθρο του «Τις πταίει;» (1874) άσκησε δριμεία κριτική στο στέμμα, αναγκάζοντάς το να αποδεχθεί τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Με έκπληξη παρατηρούμε ότι δεν χρειάστηκε να διορθώσουμε, διαγράψουμε ή επισημάνουμε τίποτα στο άρθρο 84. Αυτό δεν θα πει απαραίτητα ότι δεν θα χρειαστούν αλλαγές επί της ουσίας με την σύνταξη ενός νέου Συντάγματος. Όμως αυτό το άρθρο είναι σαφές.  Παρόλο που υπάρχει και ο Κανονισμός της Βουλής.


'Αρθρο 85: (Ευθύνη των Υπουργών)
Tα μέλη του Yπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Yφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι(*35) για τη γενική πολιτική της Kυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Yπουργών. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν απαλλάσσει τους Yπουργούς και τους Yφυπουργούς από την ευθύνη τους.

(*35)συλλογικώς υπεύθυνοι. Ο όρος «συλλογικώς υπεύθυνοι»χρησιμοποιείται κυρίως στο πλαίσιο της πολιτικής και της διακυβέρνησης, αναφερόμενος στην κοινή ευθύνη που φέρουν τα μέλη ενός οργάνου για τις αποφάσεις του. Ενώ κάθε υπουργός είναι ατομικά υπεύθυνος για τις πράξεις ή παραλείψεις του τομέα του, η συλλογική ευθύνη σημαίνει ότι ολόκληρη η κυβέρνηση στηρίζει και λογοδοτεί για τις κεντρικές πολιτικές επιλογές.
Tα μέλη του Yπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Yφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Kυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητας του. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της 
Δημοκρατίας δεν απαλλάσσει τους Yπουργούς και τους Yφυπουργούς από την ευθύνη τους
.”

'Αρθρο 86: (Δίωξη κατά μελών της Κυβέρνησης, Ειδικό Δικαστήριο)
1. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών 
αδικημάτων.
 

Η απαγόρευση θέσπισης ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων σημαίνει ότι δεν μπορούν να δημιουργηθούν ειδικά, ξεχωριστά ποινικά αδικήματα που ισχύουν αποκλειστικά για υπουργούς, διαφορετικά από όσα ισχύουν για τους κοινούς πολίτες. Οι υπουργοί δικάζονται με βάση τον κοινό ποινικό κώδικα, με εξαίρεση την ειδική διαδικασία δίωξης που προβλέπει η Βουλή. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.  

2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα 
αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3. Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί(*36) στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση.

Η προκαταρκτική εξέταση είναι ένα υποχρεωτικό, πρώιμο στάδιο της ποινικής διαδικασίας που διενεργείται από εισαγγελικές ή ανακριτικές αρχές πριν την άσκηση δίωξης για 
κακουργήματα/πλημμελήματα. Σκοπός της είναι η συλλογή στοιχείων για να διαπιστωθεί 
αν τελέστηκε αξιόποινη πράξη. Η διαδικασία είναι συνοπτική (συνήθως έως 4 μήνες) και 
περιλαμβάνει κλήση του υπόπτου για παροχή εξηγήσεων.
(*36) αμελλητί. Συνώνυμα: Αμέσως, πάραυτα, ευθύς, χωρίς αναβολή.
(031) Το σύνταγμα παραβιάστηκε στις υποθέσεις , Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ,, Υποκλοπές.
Το τυπικό προνόμιο να περνάει μέσα από την Βουλή μία υπόθεση που εμπλέκει 
Κυβερνιτικούς πολιτικούς τέως και νην έχει μετατραπεί σε τοίχος προστασίας.
Διαβάζοντας προσεχτικά την παράγραφο 2  που αρχίζει έτσι “Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση 
ή προκαταρκτική εξέταση” και τελειώνει έτσι “αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή” 
διαπιστώνουμε ότι οι υποθέσεις που μπορούν να εξεταστούν είναι με την εξής διαβάθμιση, 
δίωξη, ανάκριση, προανάκριση και το λιγότερο προκαταρκτική εξέταση. Άρα η Βουλή καλείται να συνεχίσει από εκεί που η προηγούμενη αρχή (εισαγγελέας) έχει φτάσει για να αποφασίσει για τις διώξεις και η υπόθεση να πάρει τον δρόμο της, δηλαδή να πάει στο ειδικό δικαστήριο. Σε περιπτώσεις που υπάρχουν εμπλοκές για κακουργήματα η πλειοψηφία στη Βουλή πρέπει να έχει την ευθιξία να μην μπλοκάρει την διαβίβαση στον εισαγγελέα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η διαδικασία της προανακριτικής μόνο τυπικά πρέπει να ελέγξει τη δικογραφία αλλά γίνεται ουσιαστικά για να ενημερωθούν μαζί με τη Βουλή και οι πολίτες. Σε κάποιες περιπτώσεις η κυβέρνηση επέλεξε να παρακάμψει τελείως τη διαδικασία, ενώ για τον ΟΠΕΚΕΠΕ άλλαξε την περίοδο αναζήτησης ευθυνών.  
Έκανε τις ευθύνες από στοχευμένες σε πρόσωπα, γενικές και μετέτρεψε την προκαταρκτική εξέταση σε εξεταστική επιτροπή. Άρα παραβίασε καταφανώς το Σύνταγμα και με βάση τη λέξη εξέταση, δημιούργησε την διαφορετική επιτροπή με τις διαφορετικές αρμοδιότητες. Το ζητούμενο έπαψε να είναι στη δικογραφία που έστειλε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στη Βουλή. Η εξεταστική είχε τίτλο. “Εξεταστική Επιτροπή για τη διερεύνηση όλων των ζητημάτων που έχουν ανακύψει σχετικά με τη λειτουργία του Οργανισμού Πληρωμών & Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού & Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ)” 
Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα 
αδικήματα που για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των 
καθηκόντων τους μέλη της Κυβέρνησης, δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση 
της Βουλής. Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή 
διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα 
αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή 
από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση
.”

****3. Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.

4. Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος. Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος. Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα. Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.
5. Αν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.
Εδώ και πολλά χρόνια όλη η ελληνική κοινωνία απαιτεί να καταργηθεί εντελώς αυτό το άρθρο 
και η δικαιοσύνη να λειτουργεί ισότιμα για όλους τους πολίτες χωρίς εξαιρέσεις. Δεν θα μπούμε στη διαδικασία να το κάνουμε πιο ευανάγνωστο.   

TMHMA E΄ - Δικαστική Eξουσία > 
KEΦAΛAIO ΠPΩTO - Δικαστικοί λειτουργοί και υπάλληλοι

'Αρθρο 87: (Ανεξαρτησία των δικαστών)
(032)Το άρθρο αυτό καταστρατηγείται με ευθύνη της κάθε Κυβέρνησης. 
Η αρχή της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας καταστρατηγείται και μέσο 
των διαδικασιών που έχουν θεσπιστεί για την επιλογή των δικαστών. Η κάθε Κυβέρνηση και οι νόμοι αντί να θωρακίζουν απόλυτα και αποτελεσματικά την λειτουργική και προσωπική 
ανεξαρτησία των δικαστών την περιορίζουν. Χρονοβόρες διαδικασίες οι οποίες και οι ίδιες αργούν να ξεκινήσουν αντί να αντιμετωπιστούν σαν πρόβλημα γίνονται πάγιες τακτικές. Η απόδοση δικαιοσύνης είναι προβληματική. 
1. H δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που 
απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.
2. Oι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.

Η παράγραφος εδώ υπονοεί ότι οι δικαστές αποφένονται αν κάποιος νόμος είναι εναρμονισμένος με το Σύνταγμα. Αυτό δεν ισχύει στη πράξη. Δεν έχει αποφασιστική άποψη ο κάθε δικαστής. Αρμοδιότητες Συνταγματικού δικαστηρίου σήμερα έχουν κάποια ανώτατα τμήματα της δικαιοσύνης όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας.  
3. H επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Eισαγγελέα και τους Aντεισαγγελείς του Aρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

'Αρθρο 88: (Εγγυήσεις ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, αποδοχές, μετατάξεις)
1. Oι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους, και είναι ισόβιοι.

Oι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα και είναι ισόβιοι.”
**2. Oι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 94, 95 και 98, διαφορές σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, εκδικάζονται από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 99. Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές συγκροτείται με τη συμμετοχή ενός επιπλέον τακτικού καθηγητή και ενός επιπλέον δικηγόρου, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συνέχιση τυχόν εκκρεμών δικών.
Oι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Διαφορές 
σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, εκδικάζονται από το ειδικό δικαστήριο.  Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές συγκροτείται με τη συμμετοχή ενός επιπλέον τακτικού καθηγητή και ενός επιπλέον δικηγόρου
.”

3. Mε νόμο μπορεί να προβλεφθεί εκπαιδευτική και δοκιμαστική περίοδος των δικαστικών 
λειτουργών, διάρκειας έως τριών ετών, πριν διοριστούν ως τακτικοί. Kατά την περίοδο αυτή 
μπορούν να ασκούν και καθήκοντα τακτικού δικαστή, όπως νόμος ορίζει.

Μας κάνει εντύπωση αυτή η παράγραφος που με λίγα λόγια λέει ότι επιτρέπετε να δικάζουν
εκπαιδευόμενοι δικαστές. 
Προβλέπετε εκπαιδευτική και δοκιμαστική περίοδος των δικαστικών λειτουργών, διάρκειας 
έως τριών ετών, πριν διοριστούν ως τακτικοί. Kατά την περίοδο αυτή μπορούν να ασκούν και 
καθήκοντα τακτικού δικαστή.
” 

4. Oι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια, που βεβαιώνονται όπως νόμος ορίζει και αφού τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 93.
Το άρθ.93 παρ.2 “Oι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο 
κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι 
συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.” 
Αυτή η παράγραφος είναι εκμεταλλεύσιμη για συγκάλυψη εκ μέρους των δικαστικών αρχών 
στο σημείο που λέει “ και αφού τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 93
”. 

4. Oι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια, που βεβαιώνονται. 
5. Oι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις 
συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς 
ανώτερους από αυτούς ή τους αντίστοιχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την 
υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως ημέρα που συμπληρώνεται το όριο αυτό η 30ή Iουνίου του έτους της αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού.

**6. Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η μετάταξη 
μεταξύ παρέδρων σε πρωτοδικεία και παρέδρων σε εισαγγελίες, ύστερα από αίτηση των 
μετατασσομένων, όπως νόμος ορίζει. Oι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων 
προάγονται στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας και στο ένα πέμπτο των θέσεων, όπως νόμος ορίζει.

Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η μετάταξη 
μεταξύ παρέδρων σε πρωτοδικεία και παρέδρων σε εισαγγελίες, ύστερα από αίτηση των 
μετατασσομένων. Oι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προάγονται στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας και στο ένα πέμπτο των θέσεων
.” 

7. Στα προβλεπόμενα ειδικώς από το Σύνταγμα δικαστήρια ή συμβούλια, στα οποία μετέχουν μέλη του Συμβουλίου της Eπικρατείας και του Aρείου Πάγου, προεδρεύει όποιος από τα μέλη τους είναι ο αρχαιότερος στο βαθμό.

Τα ζητήματα της δικαιοσύνης τα βρίσκουμε μπροστά μας συνέχεια. Το άλφα και το ωμέγα για την κοινωνία είναι η δικαιοσύνη. Το αν είναι άξιος ή όχι ένας δικαστής σαφώς έχει σχέση και με την εμπειρία του, αλλά όχι μόνο. Σε μία σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία όλοι μας πρέπει να αξιολογούνται για τις επιδόσεις μας. Γενικότερα ένα δημοκρατικότερο νέο Σύνταγμα πρέπει να περιορίζει τις δυνατότητες κακοδικιών, με ισονομία, αξιοκρατία, διαφάνεια και λαϊκή εποπτεία.    
_______________________
** Eρμηνευτική δήλωση: Κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 88, επιτρέπεται η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης και η ρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών του βαθμού αυτού, εφόσον προβλέπεται διαδικασία 
κρίσης και αξιολόγησης, όπως νόμος ορίζει. 

 'Αρθρο 89: (Δικαστικά ασυμβίβαστα)
1. Aπαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.
**2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου.
Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές. Προβλέπεται η αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου.” 

**3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει.
Με την διαγραφή του “όπως νόμος ορίζει” να σχολιάσουμε πόσο ανόητο μοιάζει το γεγονός ότι χρειάζεται κάποιος νόμος επιπλέον του άρθρου 89 που θα λέει ότι οι δικαστές 
δεν πρέπει να διενεργούν άτυπες διαιτησίες μεταξύ πολιτών ή εταιριών. Μοιάζει ανόητο όμως γενικά είναι λογικό να υπάρχει νόμος με όλες τις απαραίτητες παραμέτρους όπως για παράδειγμα για τις ποινές που προβλέπονται. Η οικονομία του γραπτού λόγου μας οδηγεί σε δύο βασικές επιλογές. Το Σύνταγμα μπορεί να είναι αρχές, αξίες, και κανόνες σε μορφή πυκνομένης κωδικοποίησης. Ή το Σύνταγμα μπορεί να έχει το μέγεθος μίας νομικής βιβλιοθήκης με όλη την νομολογία. Το ισχύον Σύνταγμα είναι μία κακή ανάμιξη των δύο εκδοχών που πλησιάζει την πρώτη εκδοχή.
“Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων.”

4. Aπαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς η συμμετοχή στην Kυβέρνηση.
5. Eπιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει.
Eπιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών.”

'Αρθρο 90: (Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο)
**1. Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών 
λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Αυτό συγκροτείται από τον πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστηρίου και από μέλη του ίδιου δικαστηρίου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στο δικαστήριο αυτό, όπως νόμος ορίζει. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καθώς και δύο Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, όπως νόμος ορίζει. 
Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας και της διοικητικής 
δικαιοσύνης μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας(*37) που υπηρετεί σε αυτά για τα θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτό. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο δικαστικοί λειτουργοί του κλάδου στον οποίο αφορούν οι υπηρεσιακές μεταβολές, βαθμού τουλάχιστον εφέτη ή αντίστοιχου, που επιλέγονται με κλήρωση, όπως νόμος ορίζει.
(*37) Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας . Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο διακριτοί θεσμοί 
Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, οι οποίοι προΐστανται των αντίστοιχων Γενικών 
Επιτροπειών σε ανώτατα δικαστήρια. Με βάση τα στοιχεία για το 2024-2026, οι κάτοχοι 
των θέσεων είναι: 1.Στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια (Τ.Δ.Δ.) Γενικός Επίτροπος είναι ο Ιωάννης Συμεωνίδης. Αποστολή του είναι η Γενική Επιτροπεία των Τ.Δ.Δ. έχει ως έργο την εποπτεία της λειτουργίας των διοικητικών πρωτοδικείων και εφετείων, καθώς και την υποβοήθηση του έργου της δικαιοσύνης.
2. Στο Ελεγκτικό Συνέδριο(Ε.Σ.) Γενικός Επίτροπος είναι η Σπυριδούλα Λούλα Καραβοκύρη από τον Φεβρουάριο 2026.


Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών 
λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Αυτό συγκροτείται από τον πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστηρίου και από μέλη του ίδιου δικαστηρίου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στο δικαστήριο αυτό. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καθώς και δύο Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας και της διοικητικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτά για τα θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτό. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο δικαστικοί λειτουργοί του κλάδου στον οποίο αφορούν οι υπηρεσιακές μεταβολές, βαθμού τουλάχιστον εφέτη ή αντίστοιχου, που επιλέγονται με κλήρωση.

**2. Το συμβούλιο της παραγράφου 1 συγκροτείται με αυξημένη σύνθεση, όπως νόμος ορίζει, όταν κρίνει για προαγωγές στις θέσεις των συμβούλων της Επικρατείας, αρεοπαγιτών, 
αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Προέδρων Εφετών και Εισαγγελέων Εφετών, καθώς και για την επιλογή των μελών των Γενικών Επιτροπειών των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν και στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις της παραγράφου 1.
Το συμβούλιο της παραγράφου 1 συγκροτείται με αυξημένη σύνθεση, όταν κρίνει για 
προαγωγές στις θέσεις των συμβούλων της Επικρατείας, αρεοπαγιτών, αντεισαγγελέων του 
Αρείου Πάγου, συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Προέδρων Εφετών και Εισαγγελέων 
Εφετών, καθώς και για την επιλογή των μελών των Γενικών Επιτροπειών των διοικητικών 
δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου
.” 
**3. Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνεί με την κρίση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να παραπέμπει το ζήτημα στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Δικαίωμα προσφυγής έχει και ο δικαστικός λειτουργός στον οποίον αφορά η κρίση, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου ως δευτεροβάθμιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου ισχύουν οι διατάξεις των εδαφίων τρία έως έξι της παραγράφου 1. Στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου μετέχουν μετά ψήφου και τα μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνεί με την κρίση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να παραπέμπει το ζήτημα στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Δικαίωμα προσφυγής έχει και ο δικαστικός λειτουργός στον οποίον αφορά η κρίση. Τα οικεία και το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο συγκροτούνται με τους ίδιους κανόνες. Στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου μετέχουν μετά ψήφου και τα μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.”

**4. Oι αποφάσεις της ολομέλειας ως δευτεροβάθμιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σε αυτήν, καθώς και οι αποφάσεις του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, με τις οποίες δεν διαφώνησε ο Υπουργός είναι γι' αυτόν υποχρεωτικές.
 

Όπως καταλαβαίνουμε το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είναι πολύ σημαντικό για την λειτουργία συνολικά της πολιτείας. Μπορούμε να κατανοήσουμε πως η αρχή της διάκρισης των εξουσιών μπορεί να παραβιάζετε μέσα από την στρεβλή λειτουργία αυτού του σώματος. 
  
**5. Oι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της 
Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό 
διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στις θέσεις του γενικού επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων ενεργείται με όμοιο επίσης διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας και των προέδρων εφετών των διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει. Η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός που κατέχει τη θέση δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας. O τυχόν υπολειπόμενος μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας χρόνος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, όπως νόμος ορίζει.
5. Oι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της 
Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό 
διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του. Η προαγωγή στη θέση του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας. Η προαγωγή στις θέσεις του γενικού επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων ενεργείται με όμοιο επίσης διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας και των προέδρων εφετών των διοικητικών δικαστηρίων. Η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός που κατέχει τη θέση δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας. O τυχόν υπολειπόμενος μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας χρόνος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

6. Oι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν προσβάλλονται στο 
Συμβούλιο της Eπικρατείας.

'Αρθρο 91: (Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο)
1. H πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή 
αντεισαγγελέα του Aρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από 
ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο(*38), όπως νόμος ορίζει. Tην πειθαρχική αγωγή εγείρει ο 
Yπουργός Δικαιοσύνης.
(*38) ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο. Στην Ελλάδα, ο όρος Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο 
αναφέρεται σε διαφορετικά σώματα ανάλογα με τον επαγγελματικό κλάδο, με σημαντικότερο αυτό που προβλέπεται εδώ από το Σύνταγμα για τους δικαστικούς λειτουργούς. 

H πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή 
αντεισαγγελέα του Aρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από 
ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο. Tην πειθαρχική αγωγή εγείρει ο Yπουργός Δικαιοσύνης.


2. Tο Aνώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της 
Eπικρατείας, ως Πρόεδρό του, από δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους της Eπικρατείας, δύο 
αντιπροέδρους του Aρείου Πάγου ή αρεοπαγίτες, δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους του 
Eλεγκτικού Συνεδρίου και δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Xώρας, ως μέλη. Tα μέλη του Συμβουλίου ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν υπηρεσία τριών τουλάχιστον ετών στο οικείο ανώτατο δικαστήριο ή σε νομική σχολή και κάθε φορά που το Συμβούλιο καλείται να αποφασίσει για ενέργεια μέλους ανώτατου δικαστηρίου, εισαγγελέα ή επιτρόπου, αποκλείονται από τη σύνθεσή του τα μέλη που ανήκουν στο οικείο δικαστήριο. Eφόσον πρόκειται για πειθαρχική δίωξη κατά μελών του Συμβουλίου της Eπικρατείας, στο Aνώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Aρείου Πάγου.
3. H πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση από τακτικούς δικαστές, κατά τους ορισμούς του νόμου. Tην πειθαρχική αγωγή εγείρει και ο Yπουργός της Δικαιοσύνης.
Η απόλυτη εξουσία της κυβέρνησης επάνω στους δικαστές τεκμηριώνετε και με τις 
παραγράφους 1 και 3.

4. Oι κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου πειθαρχικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται στο 
Συμβούλιο της Eπικρατείας.

'Αρθρο 92: (Δικαστικοί υπάλληλοι, συμβολαιογράφοι, υπάλληλοι υποθηκοφυλακείων)
1. Oι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι μόνιμοι. Mπορεί να παυθούν μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης, ή με απόφαση δικαστικού συμβουλίου για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που βεβαιώνονται, όπως νόμος ορίζει.
2. Nόμος ορίζει τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και τα σχετικά με την κατάστασή τους γενικά.
Τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των 
εισαγγελιών είναι ορισμένα και αναρτημένα στην εφημερίδα της κυβερνήσεως και  
στη διαύγεια.
” 

**3. Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών 
υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που 
συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους, 
όπως νόμος ορίζει. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους 
ιεραρχικά προϊσταμένους τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επιτρόπους ή υπαλλήλους, καθώς και από υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Κατά των αποφάσεων που αφορούν μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων επιτρέπεται προσφυγή, όπως νόμος ορίζει.
Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών 
υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που 
συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους. 
Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους ιεραρχικά 
προϊσταμένους τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επιτρόπους ή υπαλλήλους, καθώς και από 
υπηρεσιακό συμβούλιο. Κατά των αποφάσεων που αφορούν μεταβολές της υπηρεσιακής 
κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των 
υπηρεσιακών συμβουλίων επιτρέπεται προσφυγή
.”

**4. Oι υπάλληλοι των υποθηκοφυλακείων είναι δικαστικοί υπάλληλοι. Oι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών είναι μόνιμοι εφόσον υπάρχουν οι σχετικές υπηρεσίες ή θέσεις. Oι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν αναλογική εφαρμογή και σε αυτούς.
5. Oι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών αποχωρούν 
υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας τους και οι λοιποί μόλις συμπληρώσουν το όριο που προβλέπει ο νόμος.

KEΦAΛAIO ΔEYTEPO - Oργάνωση και δικαιοδοσία των δικαστηρίων
'Αρθρο 93: (Διακρίσεις των Δικαστήριων)
1. Tα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους.
2. Oι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.
**3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Νόμος ορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της.
4. Tα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

'Αρθρο 94: (Δικαιοδοσία διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων)
1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές. 
Η επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα μας την εξηγήσει κάποιος νομικός επιστήμονος, Μάλλον εννοεί ότι το Ελεγκτικό Συμβούλιο έχει κάποια τελική αρμοδιότητα επικύρωσης αποφάσεων.  
2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας 
δικαιοδοσίας(*39)
, όπως νόμος ορίζει.
Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας 
δικαιοδοσίας.
”  
(*39)εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας αποτελούν μια ειδική κατηγορία δικαστικών διαδικασιών (άρθρα 739-866 ΚΠολΔ) όπου το δικαστήριο δεν επιλύει μια ιδιωτική αντιδικία, αλλά παρεμβαίνει για να ρυθμίσει έννομες σχέσεις ή να προσφέρει προστασία σε συμφέροντα κοινωνικής σημασίας. Κατά κανόνα δεν υπάρχει «αντίδικος», αλλά «αιτών» και ενδιαφερόμενοι. Ο δικαστής έχει την ελευθερία να αναζητήσει αυτεπάγγελτα αποδείξεις για την εύρεση της αλήθειας και επιτρέπεται η προσκόμιση νέων στοιχείων και η μεταβολή της αίτησης σε κάθε στάδιο της δίκης.Η πλειονότητα των υποθέσεων αυτών υπάγεται στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων, με εξαίρεση όσες ορίζονται ρητά για τα Πρωτοδικεία. Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ειδικούς νόμους, οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας περιλαμβάνονται: 1. Στο Οικογενειακό Δίκαιο και την Προστασία Προσώπων. Για παράδειγμα, θέση προσώπου υπό προστασία λόγω ψυχικής ή σωματικής αδυναμίας.Υιοθεσία. Επιτροπεία ανηλίκου. Ονοματοδοσία και Διορθώσεις Ληξιαρχικών Πράξεων. 2.Στο Κληρονομικό Δίκαιο. Για παράδειγμα, Δημοσίευση Διαθήκης, Κληρονομητήριο, Αποδοχή κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής. 3. Στο Εταιρικό & Σωματειακό Δίκαιο. 
-
3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια.

4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα 
διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη 
μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Oι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει.
Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα 
διοικητικής φύσης. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη 
συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Oι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου
.”

'Αρθρο 95: (Συμβούλιο της Επικρατείας)
1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Eπικρατείας ανήκουν ιδίως:
α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας(*40) ή για παράβαση νόμου.
**β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών 
δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει.
“β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών 
δικαστηρίων.”

γ) H εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το 
Σύνταγμα και τους νόμους.
γ) H εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό.”
δ) H επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα.
(*40) υπέρβαση εξουσίας. Η υπέρβαση εξουσίας συμβαίνει όταν ένα δικαστήριο 
ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αποτελώντας λόγο αναίρεσης.


2. Kατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στοιχείου δ΄ της προηγούμενης παραγράφου δεν 
εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3.

Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 “Oι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων”  Και 3. “Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Νόμος ορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της.” Συμπεραίνουμε ότι η επεξεργασία μέσα στο Συμβούλιο της Επικρατείας διοικητικών διαφορών ουσίας, γίνεται κεκλεισμένων των θυρών. 
Η άσκηση των αρμοδιοτήτων του στοιχείου δ΄ της προηγούμενης παραγράφου γίνεται κεκλεισμένων των θυρών.” 
**3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας 
μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά 
διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.
“Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας 
μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά 
διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό.”
4. Oι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Eπικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος 
ειδικότερα
ορίζει.
Αυτή η παράγραφος συνεπάγεται ότι, οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Eπικρατείας είναι όποιες θέλει η κάθε κυβέρνηση που έχει την πλειοψηφία στη βουλή! 

**5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης.
Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο. Προβλέπονται τα αναγκαία 
αναγκαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης.


'Αρθρο 96: (Ποινική δικαιοσύνη)
1. Στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των 
μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι.
2. Mπορεί με νόμο: α) να ανατεθεί και σε αρχές που ασκούν αστυνομικά καθήκοντα η εκδίκαση αστυνομικών παραβάσεων που τιμωρούνται με πρόστιμο, β) να ανατεθεί σε αρχές αγροτικής ασφάλειας η εκδίκαση των σχετικών με τους αγρούς πταισμάτων και των ιδιωτικών διαφορών που απορρέουν από αυτά. Σ' αυτές τις δύο περιπτώσεις οι αποφάσεις που εκδίδονται υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο, η οποία έχει ανασταλτική δύναμη. 
Προβλέπετε α) να ανατεθεί και σε αρχές που ασκούν αστυνομικά καθήκοντα η εκδίκαση 
αστυνομικών παραβάσεων που τιμωρούνται με πρόστιμο, β) να ανατεθεί σε αρχές αγροτικής 
ασφάλειας η εκδίκαση των σχετικών με τους αγρούς πταισμάτων και των ιδιωτικών διαφορών που απορρέουν από αυτά. Σ' αυτές τις δύο περιπτώσεις οι αποφάσεις που εκδίδονται υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο, η οποία έχει ανασταλτική δύναμη.


3. Eιδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην 
εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 2 και 97
. Oι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.
Οι παραπομπές: αρθ.03 Παρ.2. “Oι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.” 
Αρθ.97 Παρ. 1. “Tα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει. Oι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών υπόκεινται στα ένδικα μέσα που ορίζει ο νόμος.”
Αρθ.97 Παρ. 2. “Kακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα, που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την ισχύ του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των εφετείων, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτά, εφόσον δεν υπαχθούν με νόμο στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων. Mε νόμο μπορεί να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων και άλλα κακουργήματα.”
Αρθ.97 Παρ. 3. “Tα εγκλήματα κάθε βαθμού που διαπράττονται δια του τύπου υπάγονται στα τακτικά ποινικά δικαστήρια, όπως νόμος ορίζει.”

Οι ανήλικοι δικάζονται σε θεσπισμένα δικαστήρια με για αυτούς και με ειδικές προβλέψεις για την προστασία τους. Oι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.”

4. Eιδικοί νόμοι ορίζουν:
α) Tα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες.
β) Tα σχετικά με το δικαστήριο λειών(*41).
(*41) δικαστήριο λειών. Το Δικαστήριο Λειών αποτελεί ένα ειδικό διοικητικό δικαστήριο, η ύπαρξη του οποίου προβλέπεται με σκοπό την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν τη νομιμότητα της κατάσχεσης εχθρικών πλοίων και φορτίων ("λείες") σε περιόδους πολέμου. Σήμερα, η πρόβλεψη για το Δικαστήριο Λειών παραμένει στο Σύνταγμα ώστε να μπορεί να συγκροτηθεί άμεσα σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης στη θάλασσα. Θεωρείται ειδικό διοικητικό δικαστήριο και όχι ποινικό ή στρατιωτικό, παρά τη στενή του σχέση με τις ένοπλες δυνάμεις και το Πολεμικό Ναυτικό.
Προβλέπετε η σύσταση και η λειτουργία: 
α) Στρατοδικείων, ναυτοδικείων και αεροδικείων, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν 
μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες.
β) Δικαστηρίου λειών.


****5. Τα στρατιωτικά δικαστήρια του στοιχείου α΄ της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των λοιπών τακτικών δικαστικών λειτουργών κατά το άρθρο 87 παράγραφος 1 του Συντάγματος και εξομοιώνονται ως προς όλα με τους τακτικούς δικαστές. Νόμος ορίζει τη βαθμολογική αντιστοιχία των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Σώματος αυτού, των πειθαρχικών συμβουλίων του και τα της επιθεώρησης. Για τις συνεδριάσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 2 έως 4 του άρθρου 93. Τα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, καθώς και ο χρόνος που θα αρχίσει η ισχύς τους, ορίζονται με νόμο.
Τα στρατιωτικά δικαστήρια του στοιχείου α΄ της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των λοιπών τακτικών δικαστικών λειτουργών και εξομοιώνονται ως προς όλα με τους τακτικούς δικαστές. Προβλέπετε βαθμολογική αντιστοιχία των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Σώματος αυτού, των πειθαρχικών συμβουλίων του και τα της επιθεώρησης.” 

'Αρθρο 97: (Μικτά ορκωτά δικαστήρια)
1. Tα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει. Oι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών υπόκεινται στα ένδικα μέσα(*42) που ορίζει ο νόμος.
(*42) ένδικα μέσα. Τα ένδικα μέσα είναι νομικές διαδικασίες (έφεση, αναίρεση, αναψηλάφηση, αντίρρηση) που επιτρέπουν την επανεξέταση δικαστικών αποφάσεων από ανώτερο δικαστήριο για την διόρθωση σφαλμάτων, διακρινόμενα σε τακτικά (πλήρης επανεκδίκαση) και έκτακτα (περιορισμένοι λόγοι). Στόχος είναι η απονομή δικαιοσύνης, ενώ η μη άσκησή τους οδηγεί σε αμετάκλητη απόφαση. 

2. Kακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα, που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την ισχύ του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των εφετείων, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτά, εφόσον δεν υπαχθούν με νόμο στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων. Mε νόμο μπορεί να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων και άλλα κακουργήματα.
3. Tα εγκλήματα κάθε βαθμού που διαπράττονται δια του τύπου υπάγονται στα τακτικά ποινικά δικαστήρια, όπως νόμος ορίζει.
1. Tα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους. 
2. Τα Kακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των εφετείων αλλά υπάρχει η δυνατότητα αυτή η δικαιοδοσία να μεταφερθεί στα μικτά ορκωτά δικαστήρια. Αν παραστεί ανάγκη και άλλα κακουργήματα μπορούν να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων.
3. Tα εγκλήματα κάθε βαθμού που διαπράττονται δια του τύπου υπάγονται στα τακτικά ποινικά δικαστήρια.
” 

Εργασία για το Σύνταγμα του Δαμιανού Νικολάου. 05/05/2026 -

επόμενη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εργασία για το Σύνταγμα - Ποιον αφορά

Εισαγωγή.  Η εργασία αυτή γίνεται με αφορμή την επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος η οποία ανακοινώθηκε. Και έχει σκοπό να απαντήσει στο ε...