Ιστορικά.
Το
Σύνταγμα που ισχύει σήμερα είναι κατά βάση το Σύνταγμα του 1975 που
μετά την δικτατορία το πολιτικό σύστημα εισήγαγε σε αυτό, το πολίτευμα
της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Όμως αυτό το Σύνταγμα
δεν είναι παρθενογέννεση. Ας δούμε στην συνταγματική ιστορία του
νεοελληνικού κράτους, πότε πρωτοεμφανίστηκαν οι περισσότερες από της
ιδέες και αρχές που υπάρχουν στο σημερινό Σύνταγμα.
Αρχές του Συντάγματος.
Στα
πρώτα δύο άρθρα συναντάμε τις αρχές, Δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία αξία
ανθρώπου, Έθνος και Κράτος. Διαβάζοντας την Συνταγματική Ιστορία στον
ιστοχώρο της Βουλής μπορούμε να εντοπίσουμε βασικά χαρακτηριστικά του
σημερινού Συντάγματος, τα οποία σε κάποιες φάσεις θεσπίστηκαν με λαϊκές
εξεγέρσεις και σε άλλες στιγμές αφαιρέθηκαν ή αδρανοποιήθηκαν.
Με έντονα μπολτ γράμματα σημαδεύουμε τις αρχές όπως εμφανίστηκαν στην ιστορική πορεία του νεοελληνικού κράτους. Μετά τα πρώτα τοπικά πολιτεύματα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, τον Ιανουάριο του 1822, ψηφίστηκε το πρώτο ελληνικό σύνταγμα εθνικής εμβέλειας από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Περιλάμβανε 110 σύντομες παραγράφους χωρισμένες σε "τίτλους" και "τμήματα" και προέβλεπε την αντιπροσωπευτική αρχή όπως ορίζετε σήμερα στο άρθρο 1 και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών που σήμερα είναι στο άρθρο 26. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου υποβλήθηκε, το Απρίλιο του 1823, σε αναθεώρηση από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος και καθιέρωνε ελαφρά υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής. Ακόμη, μεταρρύθμιζε τα δικαιώματα της εκτελεστικής εξουσίας τα σχετικά με την κατάρτιση των νόμων, βελτίωνε τις διατάξεις περί ατομικών δικαιωμάτων και μετέβαλλε επί το δημοκρατικότερο τον εκλογικό νόμο. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας ψηφίστηκε το Μάιο του 1827 από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και βεβαίως από το Πολίτευμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του Ρήγα. Διακήρυττε στο νέο Σύνταγμα για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού» όπως ορίζετε σήμερα στο άρθρο 1. Ακόμη, καθιέρωνε ρητά τη διάκριση των εξουσιών, ανέθετε στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και τη νομοθετική στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, τη Βουλή. Οι αντί δημοκρατικές τάσεις εκδηλώθηκαν έντονα στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα και οδήγησαν, την 3η Σεπτεμβρίου 1843, σε λαϊκή εξέγερση και σε στάση της φρουράς των Αθηνών με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Δ. Καλλέργη. Μετά την επανάσταση συγκλήθηκε Εθνική Συνέλευση, η οποία ψήφισε, το επόμενο έτος, Σύνταγμα, που ήταν και το πρώτο του ανεξάρτητου, από το 1830, ελληνικού κράτους.
Η συνταγματική μοναρχία (1843-1862)Το Σύνταγμα του 1844 δεν αποτέλεσε έργο μιας κυρίαρχης εθνικής συντακτικής συνέλευσης, αλλά η Συνέλευση απλώς συνέπραξε στην κατάρτιση του. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίσθηκε «Σύνταγμα-συμβόλαιο», «Σύνταγμα-συνθήκη» ή τέλος, «Σύνταγμα-συνάλλαγμα». Καθιέρωνε δε την κληρονομική συνταγματική μοναρχία, με κυρίαρχο όργανο του Κράτους τον μονάρχη, στον οποίο αναγνωρίζονταν εκτεταμένες και ουσιώδεις εξουσίες καθώς και το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Το πρόσωπο του ανώτατου άρχοντα χαρακτηριζόταν ιερό και απαραβίαστο.
Οι αντίστοιχες διατάξεις σήμερα αφορούν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο ανώτατος άρχων ασκούσε την εκτελεστική εξουσία «δια των υπουργών του», τη νομοθετική από κοινού με την εκλεγμένη Βουλή και τη διορισμένη Γερουσία και τέλος, τη δικαστική, η οποία πήγαζε από εκείνον, «δια των δικαστηρίων». Επίσης, το Σύνταγμα καθιέρωνε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, την ευθύνη των υπουργών για τις πράξεις του μονάρχη, ο οποίος τους διόριζε και τους έπαυε, αναγνώριζε θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων, για πρώτη φορά, το απόρρητο των επιστολών και το άσυλο της κατοικίας, και προέβλεπε στο ακροτελεύτιο άρθρο 107 ότι «η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Τέλος, ο εκλογικός νόμος, που ψηφίσθηκε το Μάρτιο του 1844, καθιέρωσε την εκλογή των βουλευτών με πλειοψηφικό σύστημα δύο γύρων, που θα διεξαγόταν με άμεση, σχεδόν καθολική και μυστική ψηφοφορία.Η πρώτη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας (1864-1909).
Οι
συνεχώς, όμως, μεταβαλλόμενες κοινωνικές εξελίξεις ενίσχυσαν το
φιλελεύθερο καιδημοκρατικό πνεύμα, ούτως ώστε οι διαρκείς απολυταρχικές
τάσεις του Όθωνα όχι μόνο να μην είναι πλέον ανεκτές, αλλά και να
υπονομεύουν την ίδια του τη βασιλεία. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1862,
πολίτες και στρατός της Αθήνας εξεγέρθηκαν και προκάλεσαν την έκπτωση
του ιδίου και της δυναστείας των Wittelsbach. Η επανάσταση αυτή
σηματοδότησε την κατάλυση της συνταγματικής μοναρχίας και τη μετάβαση
στο πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας με μονάρχη, πλέον, τον Δανό
πρίγκιπα Γεώργιο – Χριστιανό – Γουλιέλμο της δυναστείας Schleswig –
Holstein –Sønderburg – Glücksburg, ο οποίος ορκίσθηκε τον Οκτώβριο του
1863 ως Γεώργιος Α΄ «Βασιλεύς των Ελλήνων». Κατά τη διάρκεια της
μεταβατικής περιόδου (Οκτώβριος 1862 – Οκτώβριος 1863), της
μεσοβασιλείας όπως έγινε γνωστή, το σύστημα διακυβέρνησης που ίσχυσε
ήταν το σύστημα της κυβερνώσας Βουλής, το οποίο λειτούργησε για πρώτη
και τελευταία φορά στη συνταγματική μας ιστορία.
Το Σύνταγμα του
1864, προϊόν της «Β΄ εν Αθήναις Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως» που
ακολούθησε τη λαϊκή εξέγερση, περιλάμβανε 110 άρθρα, ήταν επηρεασμένο
από τα συντάγματα του Βελγίου (1831) και της Δανίας (1849) και έμελλε να
ισχύσει, με τις αναθεωρήσεις του 1911 και του 1952, για περισσότερα από
εκατό χρόνια. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του νέου καταστατικού
χάρτη της χώρας ήταν ότι επανέφερε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827 και διείπετο από τη δημοκρατική και όχι τη μοναρχική αρχή, δηλαδή αναγνωριζόταν πλέον το έθνος, ο ελληνικός λαός, και όχι ο μονάρχης, ως πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας. Ακόμη, καθιέρωσε, μεταξύ άλλων, την αρχή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας
η οποία θα διεξήγετο και θα διενεργείτο ταυτοχρόνως σε όλη την
επικράτεια, το σύστημα της μιας (μονήρους) Βουλής τετραετούς θητείας, τα
δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ενώ
κατήργησε τη Γερουσία. Παραλλήλως, υιοθέτησε αρκετές από τις διατάξεις
του Συντάγματος του 1844, προέβλεψε, όμως, επιπλέον, τη δυνατότητα
σύστασης από τη Βουλή «εξεταστικών των πραγμάτων επιτροπών». Επίσης, ο βασιλιάς διατήρησε το δικαίωμα να συγκαλεί τακτικώς
και
εκτάκτως τη Βουλή όπως και να τη διαλύει κατά την κρίση του, αλλά το
περί διαλύσεως Διάταγμα έπρεπε να είναι προσυπογεγραμμένο από το
Υπουργικό Συμβούλιο. Η πρόταση για υποχρέωση του στέμματος «όπως λαμβάνη
τους υπουργούς εκ των Βουλών» απορρίφθηκε.
Συγκεκριμένως, με
τον λόγο του Θρόνου στις 11 Αυγούστου 1875, και χάρη στο πολιτικό κύρος
του Χαρίλαου Τρικούπη, καθιερώθηκε ατύπως η Αρχή της Δεδηλωμένης,
η οποία, μεταβάλλοντας τη σχέση στέμματος και λαϊκής αντιπροσωπείας και
προσδίδοντας άλλη ουσία στο όλο σύστημα της οργάνωσης των εξουσιών,
νομιμοποίησε ουσιαστικώς την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος στη
χώρα. Βάσει της αρχής της «δεδηλωμένης» ο βασιλιάς είχε υποχρέωση να
διορίζει την Κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψη του τη θέληση της
κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, όπως όριζαν η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας
και το πνεύμα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Η διάταξη, επομένως,
του Συντάγματος κατά την οποία
«ο Βασιλεύς διορίζει και παύει τους Υπουργούς αυτού» τέθηκε σε περιορισμό, καθώς η κυβέρνηση όφειλε να λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.
Η
δεύτερη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας και η
ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας (1911-1924). Το Σύνταγμα του 1864
υπήρξε μακρόβιο και ίσχυσε χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές έως το 1911, οπότε
οι έντονες πιέσεις για πολιτικές, διοικητικές
και κοινωνικές
μεταρρυθμίσεις, που οδήγησαν στο «στρατιωτικό κίνημα» στο Γουδί (1909)
και την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, επέβαλαν την
αναθεώρησή του. Οι σημαντικότερες μεταβολές που επέφερε η αναθεώρηση του
1911 ήταν η ενίσχυση των ατομικών ελευθεριών («το Δημόσιον Δίκαιο των
Ελλήνων» κατά την ορολογία της εποχής και του κράτους δικαίου, και ο
γενικότερος εκσυγχρονισμός των θεσμών. Οι σημαντικότερες αλλαγές σε
σχέση με το Σύνταγμα του 1864 στο επίπεδο της προστασίας των ατομικών
ελευθεριών ήταν η ενίσχυση της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας, η μείωση από το 30ό στο 25ο του ορίου ηλικίας των εκλόγιμων βουλευτών, η φορολογική ισότητα, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του απαραβιάστου της κατοικίας. Ταυτοχρόνως, αναβαθμίσθηκε ο ρόλος της Βουλής, ενισχύθηκαν οι εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, επανιδρύθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας και ανατέθηκε ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών σε ειδικό δικαστήριο, το Εκλογοδικείο, καθιερώθηκαν για πρώτη φορά η υποχρεωτική και δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και, τέλος, προβλέφθηκε απλούστερη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.
Εθνικός διχασμός και το αβασίλευτο δημοκρατικό πολίτευμα.
Ο
εθνικός διχασμός, ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου
Πολέμου, ωςαποτέλεσμα των συνεχών συγκρούσεων της πολιτικής ηγεσίας με
το παλάτι, η μικρασιατική καταστροφή και η μεταβολή των γεωπολιτικών
συνθηκών στη νοτιοανατολική Ευρώπη καθώς επίσης και η έλευση των
προσφυγικών πληθυσμών στον ελλαδικό χώρο, οδήγησαν στην επανάσταση του
Σεπτεμβρίου 1922 και, τελικώς, στην εγκαθίδρυση αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος.
Με την αποφασιστική συμβολή του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, η «Δ΄ εν
Αθήναις Συντακτική Συνέλευσις» κατήργησε, στη συνεδρίαση της 25ης
Μαρτίου 1924, τον βασιλικό θεσμό και ανακήρυξε την αβασίλευτη
δημοκρατία.
Το Σύνταγμα του 1927.
Μετά την ψήφιση του
Συντάγματος του 1925, που αποδείχθηκε θνησιγενές, έργο της επιτροπής του
Αλ. Παπαναστασίου, και τις δικτατορίες Πάγκαλου και Κονδύλη, το 1925
και 1926, αντιστοίχως, η αβασίλευτη δημοκρατία καθιερώθηκε τελικώς με το Σύνταγμα του 1927. Συμφώνως με αυτό, προβλεπόταν ο θεσμός του αιρετού ανώτατου άρχοντα,
ο οποίος εκλεγόταν από τα δύο πλέον νομοθετικά Σώματα, τη Βουλή και τη
Γερουσία, για πενταετή θητεία. Ο ανώτατος άρχοντας, ο Πρόεδρος της
Δημοκρατίας, ήταν πολιτικώς ανεύθυνος, δεν μετείχε στη νομοθετική λειτουργία, μπορούσε να διαλύσει τη Βουλή μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας και κατείχε το δικαίωμα έκδοσης νομοθετικών διαταγμάτων προσωρινής ισχύος. Ακόμη, καθιερώθηκε ο θεσμός του προαιρετικού συνταγματικού δημοψηφίσματος, θεσπίσθηκαν, για πρώτη φορά, κοινωνικά δικαιώματα όπως η προστασία της επιστήμης, της τέχνης κ.ά., εισήχθη η προστασία της τοπικής αυτοδιοίκησης, η αρμοδιότητα των δικαστηρίων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νόμων, η αναγνώριση των κομμάτων ως οργανικών στοιχείων του πολιτεύματος και η κατοχύρωση του δικαιώματός τους να συμμετέχουν, αναλόγως της δύναμής τους, στη σύνθεση των διαφόρων κοινοβουλευτικών επιτροπών. Για πρώτη φορά, τέλος, ελληνικό Σύνταγμα περιέλαβε διάταξη που όριζε ότι η κυβέρνηση όφειλε «να απολάβει της εμπιστοσύνης της Βουλής». Με τον τρόπο αυτό καθιέρωσε και θεσμικώς, πλέον, την αρχή της «δεδηλωμένης» του 1875.
Το Σύνταγμα αυτό, που έμελλε να ισχύσει για οκτώ μόνο χρόνια και ήταν
συντηρητικότερο του σχεδίου της επιτροπής Παπαναστασίου, χαρακτηρίσθηκε
στο πεδίο της οργάνωσης των εξουσιών από την τάση για υπέρμετρη ενίσχυση
της εκτελεστικής εξουσίας. Ο επιβεβλημένος, ωστόσο, από τις αντίξοες
κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες κρατικός παρεμβατισμός δεν
εξασφαλίσθηκε, με μοιραίο επακόλουθο τη συχνή παραβίασή του. Υπό τις
συνθήκες αυτές, η αβασίλευτη Δημοκρατία, χωρίς συγκεκριμένο και
ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο, δεν κατόρθωσε να καταστεί το σημείο
αναφοράς ενός νέου εθνικού οράματος, που οι δημοκρατικοί πολιτικοί
άνδρες της εποχής αναζητούσαν με συνέπεια να μην προωθηθούν
αποτελεσματικώς οι απαραίτητες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η δε σύντομη
κυβερνητική σταθερότητα που ακολούθησε με την κυβέρνηση Ελευθερίου
Βενιζέλου (1928-1932), δεν δημιούργησε, εξαιτίας της χρονικής της
βραχύτητας, ισχυρό υπόβαθρο κοινοβουλευτικής λειτουργίας.
Η τρίτη περίοδος του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας (1952-1967).
Η
δεύτερη δικτατορία Κονδύλη, η δικτατορία Μεταξά, τα δύσκολα χρόνια της
γερμανικής κατοχής και ο εμφύλιος πόλεμος μετέβαλαν τις
κοινωνικοπολιτικές ισορροπίες σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, με
συνέπεια τη διακοπή της προσδοκώμενης «κοινοβουλευτικής ωρίμανσης».
Η
εξέλιξη των κοινοβουλευτικών θεσμών, επανήλθε μόλις στις αρχές της
δεκαετίας του ’50,μετά και από την ατυχή κατάληξη, το 1948, της
αναθεωρητικής διαδικασίας της Επιτροπής του Β΄ Ψηφίσματος. Το Σύνταγμα
του 1952 αποτελούνταν από 114 άρθρα και, λόγω των ιδιαίτερων
κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που επικράτησαν κατά την κατάρτιση του,
υπήρξε συντηρητικό και σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένο στα συνταγματικά
κείμενα του 1864 και του 1911. Βασικές καινοτομίες του ήσαν η ρητή
καθιέρωση του Κοινοβουλευτισμού σε καθεστώς βασιλευομένης δημοκρατίας
και η κατοχύρωση, για πρώτη φορά, στις Ελληνίδες του δικαιώματος ψήφου και υποβολής υποψηφιότητας για το βουλευτικό αξίωμα. Ταυτοχρόνως,
αντιμετώπιζε συντηρητικώς τα ατομικά δικαιώματα, την εκπαίδευση και τον
Τύπο. Διαρκούσης της ισχύος του Συντάγματος του 1952, το Φεβρουάριο του
1963 κατατέθηκε πρόταση ευρείας αναθεώρησης του Συντάγματος από την
κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε τελικώς,
λόγω της παραίτησης της κυβέρνησης και της διάλυσης της Βουλής μετά από
λίγους μήνες. Αρκετές ωστόσο από τις προτάσεις που περιείχε αυτή η
πρόταση αναθεώρησης ανευρίσκονται στο Σύνταγμα του 1975.
Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.
Η
επτάχρονη, τέλος, στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου (1967-1974)
ψήφισε δύο συνταγματικά κείμενα, το 1968 και το 1973, εκ των οποίων
μάλιστα το τελευταίο προέβλεπε την αβασίλευτη μορφή του πολιτεύματος. Τα
συνταγματικά αυτά κείμενα είχαν αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά, ήταν
εξαιρετικώς συντηρητικής νοοτροπίας και δεν εφαρμόσθηκαν.
Η καθιέρωση της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και το Σύνταγμα του 1975.
Με
την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, τον Ιούλιο του 1974, η
Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας έθεσε ως πρώτο στόχο της την εδραίωση της
Δημοκρατίας και επανέφερε εν μέρει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, με
εξαίρεση τις διατάξεις που αφορούσαν τον βασιλέα. Τις πρώτες ελεύθερες
βουλευτικές εκλογές 17 Νοεμβρίου 1974 και το δημοψήφισμα για τη μορφή
του πολιτεύματος 8 Δεκεμβρίου 1974, το οποίο απέβη υπέρ του πολιτεύματος
της αβασίλευτης δημοκρατίας, ακολούθησε το Σύνταγμα του 1975. Το
Σύνταγμα αυτό, ψηφίσθηκε τελικώς μόνο από την κοινοβουλευτική
πλειοψηφία. Ο νέος καταστατικός χάρτης της χώρας εισήγαγε το πολίτευμα
της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, περιείχε εξαρχής ευρύ
κατάλογο ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων προσαρμοσμένο στις
απαιτήσεις των καιρών και παραχωρούσε σημαντικές εξουσίες στον Πρόεδρο
της Δημοκρατίας, οι οποίες του επέτρεπαν να παρεμβαίνει αποφασιστικώς
στη ρύθμιση της πολιτικής ζωής. Το κράτος δικαίου προστατευόταν
αποτελεσματικώς, ενώ προβλεπόταν και η συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς
οργανισμούς και εμμέσως στην τότε ΕΟΚ.
Η πρώτη αναθεώρηση του
Συντάγματος του 1975 έγινε το 1986 και καθιέρωσε το παρόν καθαρά
πρωθυπουργικό σύστημα. Τον Μάρτιο του 1986, συμφώνως με το άρθρο 110 του
Συντάγματος, ένδεκα άρθρα αναθεωρήθηκαν και ψηφίσθηκε η μεταφορά του
κειμένου του Συντάγματος στη δημοτική γλώσσα. Με την αναθεώρηση αυτή οι
αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίστηκαν σε σημαντικό
βαθμό.
Η δεύτερη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 έγινε το 2001.
Την
άνοιξη του 2001 ψηφίσθηκε μια νέα, πολύ πιο εκτεταμένη αυτή τη φορά,
αναθεώρηση τουΣυντάγματος και, μάλιστα, σε κλίμα κατά κανόνα
συναινετικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά την τροποποίηση μεγάλου
αριθμού διατάξεων του Συντάγματος, η αναθεώρηση έγινε αποδεκτή, στη
μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, από τα τέσσερα πέμπτα του συνόλου των
βουλευτών, και, επομένως, ο όρος «συναινετική αναθεώρηση» αποδίδει την
πολιτική πραγματικότητα. Το αναθεωρημένο Σύνταγμα εισήγαγε νέα ατομικά
δικαιώματα, όπως για παράδειγμα, την προστασία της γενετικής ταυτότητας ή την προστασία από την ηλεκτρονική
επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, νέους κανόνες διαφάνειας
στην πολιτική ζωή σε σχέση με την χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων,
προεκλογικές δαπάνες, σχέσεις των ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης με
το Κράτος και προέβη σε εκτεταμένη μεταρρύθμιση στο πεδίο της
Δικαιοσύνης και ενίσχυσε το αποκεντρωτικό σύστημα της χώρας.
Η
τρίτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 έγινε το 2008 σε περιορισμένο
αριθμό διατάξεών του. Μεταξύ των διατάξεων που έγιναν δεκτές, είναι η
κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, που είχε θεσπισθεί με την
αναθεώρηση του 2001, η προσθήκη των νησιωτικών και ορεινών περιοχών της
χώρας στη μέριμνα του κοινού νομοθέτη και της Διοίκησης όταν πρόκειται
για τη θέσπιση αναπτυξιακών μέτρων, η πρόβλεψη της δυνατότητας της
Βουλής να υποβάλλει, υπό προϋποθέσεις, προτάσεις τροποποίησης επί μέρους
κονδυλίων του προϋπολογισμού, αλλά και η πρόβλεψη ειδικότερης
διαδικασίας ως προς την παρακολούθηση από τη Βουλή της εκτέλεσης του
προϋπολογισμού.
Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2019.
Για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζουμε, δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τελευταία αναθεώρηση στο κείμενο "Συνταγματική Ιστορία" από το οποίο αντλήσαμε όλες τις προηγούμενες πληροφορίες. Τις αναζητήσαμε σε άλλα κείμενα.
Οι εννέα ουσιαστικές αλλαγές που επέφερε στο συνταγματικό κείμενο η τελευταία αυτή αναθεώρησή του έχουν ως εξής:
1.
Στο άρθρο 21 παρ. 1 (Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα) προσετέθη εδάφιο
για την κρατική μέριμνα για αξιοπρεπή διαβίωση μέσω ενός συστήματος ελαχίστου
εγγυημένου εισοδήματος.
2.
Η κρισιμότερη ωστόσο μεταβολή του συνταγματικού κειμένου αφορά στην
αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την απειλή
διαλύσεως της
Βουλής προς διεξαγωγή εκλογών. Στο άρθρο 32 παρ. 4
καταργήθηκε ένα κίνητρο συναινέσεως που εξελίχθηκε σε αντικίνητρο,
δηλαδή οι εκλογές που προβλέπονταν στην
περίπτωση αδυναμίας
αναδείξεως Προέδρου της Δημοκρατίας. Έτσι, η Βουλή, όταν δεν βρίσκεται η
αυξημένη πλειοψηφία, εκλέγει Πρόεδρο με απόλυτη πλειοψηφία και,
αν
δεν επιτευχθεί ούτε αυτή, με σχετική πλειοψηφία, καταργουμένης της
μεσολαβήσεως εκλογών, όπως συμβαίνει και σε άλλα συστήματα
κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας
με αιρετό Αρχηγό του Κράτους. Η δυνατότητα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από μικρότερη πλειοψηφία και πάντα στην ίδια Βουλή, χωρίς, δηλαδή, όπως ίσχυε πριν,
πρόκληση εκλογών, τελικά μπορεί να αποβεί ισχυρότατο συναινετικό κίνητρο για ευρύτερες πλειοψηφίες.
3.
Η αλλαγή στο άρθρο 54 παρ. 4 αφορά στην άσκηση του εκλογικού
δικαιώματος των εκτός Επικρατείας πολιτών, και ήδη έχει ψηφιστεί ο
εκτελεστικός νόμος που ρυθμίζει
αυτό το δικαίωμα, Ν. 4648/2019 “Διευκόλυνση άσκησης εκλογικού δικαιώματος εκλογέων που βρίσκονται εκτός Ελληνικής Επικράτειας και τροποποίηση εκλογικής διαδικασίας.
4.
Στο άρθρο 62 η ρύθμιση για τη βουλευτική ασυλία επικυρώνει την
κοινοβουλευτική πρακτική των τελευταίων ετών, σε συμμόρφωση και με τη
νομολογία του ΕΔΔΑ. Η
βουλευτική ασυλία περιορίζεται μόνο σε πράξεις που ανάγονται στην πολιτική δράση των βουλευτών.
5. Στο άρθρο 68 παρ. 2 αναγνωρίζεται η δυνατότητα της αντιπολιτεύσεως να προκαλεί τη σύσταση δύο εξεταστικών επιτροπών ανά κοινοβουλευτική περίοδο για θέματα
δικής
της επιλογής. Η εξεταστική επιτροπή είναι πολύ σημαντικό μέσο
κοινοβουλευτικού ελέγχου, και προσφυώς χαρακτηρίστηκε και ως κίνηση
πολιτικού πολιτισμού το
γεγονός ότι η αναθεωρητική Βουλή του 2019, με δεδομένο τον πλειοψηφικό της συσχετισμό, υπερψήφισε αυτή τη δυνατότητα.
6. Στο άρθρο 73 παρ. 6 υιοθετήθηκε πρόταση της αντιπολιτεύσεως για την άσκηση λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, η οποία, τελικά, διαμορφώθηκε ως εξής: Σε δύο το
πολύ
περιπτώσεις εντός της βουλευτικής περιόδου, με υπογραφή 500.000
πολιτών, οι οποίες, εύλογα, δεν μπορούν να αφορούν θέματα δημοσιονομικά,
εξωτερικής πολιτικής, και εθνικής άμυνας.
7. Στο άρθρο 86 παρ. 3
καταργήθηκε ο επιβόητος περιορισμός στην κατά χρόνο αρμοδιότητα της
Βουλής να ασκεί δίωξη για αδικήματα υπουργών. Η Βουλή μπορεί πλέον
να ασκεί δίωξη εντός του χρονικού ορίου της κοινής παραγραφής για κάθε αδίκημα. Μία θεσμική “προστασία” που ίσχυε από το 1864, παύει να ισχύει. Για τη συγκεκριμένη
διάταξη
επιτεύχθηκε πολύ μεγάλη πλειοψηφία και στη Βουλή που την πρότεινε (255
ψήφοι) και στη Βουλή που την αναθεώρησε (274 ψήφοι).
8. Με το άρθρο
96 παρ. 5 εξομοιώθηκαν τα μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων
δυνάμεων με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς.
9. Με το άρθρο 101Α παρ. 2 μειώνεται η απαιτούμενη πλειοψηφία από τα 4/5 στα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, προκειμένου να επιλέγονται τα μέλη των
ανεξαρτήτων αρχών
που αναφέρονται στο Σύνταγμα. Επιπλέον της διευκολύνσεως αυτής της
επιλογής των νέων μελών, παρατείνεται η θητεία των προηγούμενων μέχρι
την
ανάδειξη των νέων. Με τον τρόπο αυτό γίνεται πιο εύρυθμη η επιλογή
ηγεσίας σε ανεξάρτητες αρχές, αποφεύγονται καθυστερήσεις, και
εξασφαλίζεται η συνέχιση της
θητείας των μελών τους, καθώς οι ανεξάρτητες αρχές είναι διαρκή όργανα.
Πληροφορίες από: https://library.parliament.gr/
Εργασία για το Σύνταγμα του Δαμιανού Νικολάου. 05/05/2026 -

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου